ventricular
vent
ˈvɛnt
βεντ
ri
ρι
cu
kjʊ
κγου
lar
λα

Ορισμός και σημασία του "ventricular"στα αγγλικά

ventricular
01

κοιλιακός

associated with the lower chambers of the heart, which pump blood to the lungs and the rest of the body 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, medicine, cardiology
Παραδείγματα
Ventricular fibrillation is a life-threatening cardiac arrhythmia. 

Η κοιλιακή μαρμαρυγή είναι μια απειλητική για τη ζωή καρδιακή αρρυθμία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store