venial
ve
ˈvi:
βη
nial
nɪəl
νιαλ
/vˈiːnɪəl/

Ορισμός και σημασία του "venial"στα αγγλικά

01

συγχωρητέος, ελαφρός

not grave and thus capable of being pardoned or overlooked
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most venial
συγκριτικός βαθμός
more venial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Although the oversight was venial, it still required correction to maintain accuracy.
Αν και η απροσεξία ήταν συγχωρήσιμη, απαιτούσε διόρθωση για να διατηρηθεί η ακρίβεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store