Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
venerable
01
σεβαστός, αξιοσέβαστος
worthy of great respect due to age, wisdom, or character
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most venerable
συγκριτικός βαθμός
more venerable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She sought guidance from the venerable monk, known for his wisdom and compassion.
Αναζήτησε καθοδήγηση από τον σεβαστό μοναχό, γνωστό για τη σοφία και τη συμπόνια του.
02
σεβαστός
worthy of great respect and admiration due to being extremely old or aged
επιδοκιμαστικό
επίσημο
Παραδείγματα
The venerable oak tree in the park remained impressive by reason of enduring over two centuries of seasons.
Η σεβαστή δρυς στο πάρκο παρέμεινε εντυπωσιακή λόγω της ανθεκτικότητάς της σε περισσότερους από δύο αιώνες εποχών.
Λεξικό Δέντρο
venerability
venerableness
venerable
vener



























