venerable
ve
ˈvɛ
ve
ne
nə
nē
ra
rə
rē
ble
bəl
bēl
vendable

Ορισμός και σημασία του "venerable"στα αγγλικά

01

σεβαστός, αξιοσέβαστος

worthy of great respect due to age, wisdom, or character 
venerable definition and meaning
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most venerable
συγκριτικός βαθμός
more venerable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
respect, age, character
Παραδείγματα
She sought guidance from the venerable monk, known for his wisdom and compassion. 

Αναζήτησε καθοδήγηση από τον σεβαστό μοναχό, γνωστό για τη σοφία και τη συμπόνια του.

02

σεβαστός

worthy of great respect and admiration due to being extremely old or aged 
επιδοκιμαστικό
επίσημο
Παραδείγματα
The venerable oak tree in the park remained impressive by reason of enduring over two centuries of seasons. 

Η σεβαστή δρυς στο πάρκο παρέμεινε εντυπωσιακή λόγω της ανθεκτικότητάς της σε περισσότερους από δύο αιώνες εποχών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

venerability
venerableness
venerable
vener
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store