Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
venerable
01
σεβαστός, αξιοσέβαστος
worthy of great respect due to age, wisdom, or character
Παραδείγματα
He sought solace in the teachings of the venerable sage, whose words resonated deeply with him.
Αναζήτησε παρηγοριά στις διδασκαλίες του σεβαστού σοφού, του οποίου τα λόγια αντήχησαν βαθιά μέσα του.
02
σεβαστός
worthy of great respect and admiration due to being extremely old or aged
Παραδείγματα
Tourists marvel at the venerable redwood towering impressively due to over 500 years of growth.
Οι τουρίστες θαυμάζουν την σεβαστή κόκκινη ξυλεία που υψώνεται εντυπωσιακά λόγω ανάπτυξης πάνω από 500 ετών.
Λεξικό Δέντρο
venerability
venerableness
venerable
vener



























