vendee
ven
vɛn
ven
dee
ˈdi:
di
vendue

Ορισμός και σημασία του "vendee"στα αγγλικά

01

αγοραστής, αποκτητής

a person who buys 
vendee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vendees

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store