veggie
ve
ˈvɛ
ve
ggie
ʤi
ji
wedgiesedgyedgy

Ορισμός και σημασία του "veggie"στα αγγλικά

01

λαχανικό, βρώσιμο φυτό

a plant or part of a plant that is eaten as food 
veggie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
veggies
Παραδείγματα
I ordered a side of steamed veggies with my dinner. 

Παραγγείλα μια μερίδα από λαχανικά στον ατμό με το δείπνο μου.

02

χορτοφάγος, βέτζι

a vegetarian person 
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
That restaurant caters to veggies and vegans. 

Εκείνο το εστιατόριο εξυπηρετεί χορτοφάγους και βίγκαν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store