vaulting
vaul
ˈvɔ:l
vawl
ting
tɪng
ting
faultingexaltingsaltinghalting

Ορισμός και σημασία του "vaulting"στα αγγλικά

01

ιππική ακροβατική, γυμναστικές ασκήσεις στην πλάτη ενός κινούμενου αλόγου

a discipline where gymnastic exercises are performed on the back of a moving horse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vaultings
Παραδείγματα
She excels in vaulting, showcasing her agility and control on horseback. 

Εξαιρετεί στην ιππασία, δείχνοντας την ευκινησία και τον έλεγχό της πάνω στο άλογο.

02

θόλος, καμάρωτη οροφή

a roof or ceiling with arches 
01

αλαζονικός, φιλόδοξος

revealing excessive self-confidence; reaching for the heights 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vaulting
συγκριτικός βαθμός
more vaulting
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

vaulting
vault
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store