Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vaulting
01
ιππική ακροβατική, γυμναστικές ασκήσεις στην πλάτη ενός κινούμενου αλόγου
a discipline where gymnastic exercises are performed on the back of a moving horse
Παραδείγματα
Vaulting requires trust and partnership between the vaulter and the horse.
Η ιππική ακροβατική απαιτεί εμπιστοσύνη και συνεργασία μεταξύ του ακροβάτη και του αλόγου.
02
θόλος, καμάρωτη οροφή
a roof or ceiling with arches
vaulting
01
αλαζονικός, φιλόδοξος
revealing excessive self-confidence; reaching for the heights
Λεξικό Δέντρο
vaulting
vault



























