Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vault
01
πηδώ, ξεπετώ
to leap or spring over an obstacle with the aid of hands or a pole
Intransitive: to vault somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
vault
γ΄ ενικό πρόσωπο
vaults
ενεστώτα μετοχή
vaulting
απλός αόριστος
vaulted
παθητική μετοχή
vaulted
Παραδείγματα
In the parkour routine, the traceur confidently vaulted over walls and railings with fluidity.
Στη ρουτίνα του parkour, ο traceur πηδούσε με σιγουριά πάνω από τοίχους και κιγκλιδώματα με ρευστότητα.
Vault
01
θάλαμος ασφαλείας, χρηματοκιβώτιο
a secure room or chamber, often reinforced, used for the safekeeping of valuables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vaults
Παραδείγματα
The vault door was made of thick steel and required a key code.
Η πόρτα του χρηματοκιβωτίου ήταν κατασκευασμένη από παχύ χάλυβα και απαιτούσε κωδικό κλειδί.
02
άλμα, πηδημα
the action of leaping over an obstacle, often using the hands or a pole
Παραδείγματα
She taught the children how to safely attempt a vault.
Δίδαξε στα παιδιά πώς να πηδούν με ασφάλεια.
Παραδείγματα
The ancient Roman aqueduct was constructed with a series of arched vaults, transporting water across long distances with impressive engineering precision.
Ο αρχαίος ρωμαϊκός υδραγωγός κατασκευάστηκε με μια σειρά από καμπυλωτές θόλους, μεταφέροντας νερό σε μεγάλες αποστάσεις με εντυπωσιακή μηχανική ακρίβεια.
Λεξικό Δέντρο
vaulted
vaulter
vaulting
vault



























