Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Varnish
01
βερνίκι, λάκα
a clear or tinted coating made from resins, oils, and solvents that is applied to wood, metal, or other surfaces to provide a protective and decorative finish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
varnishes
to varnish
01
βερνικώνω, εφαρμόζω βερνίκι
to cover the surface of an object with a clear liquid that leaves a shine
Transitive: to varnish a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
varnish
γ΄ ενικό πρόσωπο
varnishes
ενεστώτα μετοχή
varnishing
απλός αόριστος
varnished
παθητική μετοχή
varnished
Παραδείγματα
The artist decided to varnish the oil painting to protect it from dust and wear.
Ο καλλιτέχνης αποφάσισε να βερνικώσει τη λαδογραφία για να την προστατεύσει από τη σκόνη και τη φθορά.



























