vantage
vantage
'vɑ:ntɪʤ
vaantij
vintage

Ορισμός και σημασία του "vantage"στα αγγλικά

01

πλεονεκτική θέση, στρατηγική οπτική γωνία

a position that grants superiority or advantage over others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vantages
Παραδείγματα
The defending team's vantage allowed them to control the flow of the game, putting pressure on their opponents. 

Το πλεονέκτημα της αμυντικής ομάδας τους επέτρεψε να ελέγχουν τη ροή του παιχνιδιού, ασκώντας πίεση στους αντιπάλους τους.

02

σημείο θέασης, πλεονεκτική θέση

place or situation affording some advantage (especially a comprehensive view or commanding perspective) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store