Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vanish
01
εξαφανίζομαι, χάνομαι
to suddenly and mysteriously disappear without explanation
Intransitive
Παραδείγματα
The magician made the rabbit vanish from the hat with a swift motion of his hand.
Ο μάγος έκανε το κουνέλι να εξαφανιστεί από το καπέλο με μια γρήγορη κίνηση του χεριού του.
02
εξαφανίζομαι, κάνω κάτι να εξαφανιστεί
to make something go away or be invisible
Transitive: to vanish sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vanish
γ΄ ενικό πρόσωπο
vanishes
ενεστώτα μετοχή
vanishing
απλός αόριστος
vanished
παθητική μετοχή
vanished
Παραδείγματα
The magician vanished the scarf with a quick wave.
Ο μάγος έκανε να εξαφανιστεί το κασκόλ με μια γρήγορη κίνηση.
03
εξαφανίζομαι, σβήνω
to completely stop existing or being found
Intransitive
Παραδείγματα
Many forests have vanished due to deforestation.
Πολλά δάση έχουν εξαφανιστεί λόγω της αποψίλωσης.
04
εξαφανίζομαι, χάνομαι
to suddenly go away or become invisible
Intransitive
Παραδείγματα
The cat vanished into the bushes as we approached.
Η γάτα εξαφανίστηκε στους θάμνους καθώς πλησιάζαμε.
Λεξικό Δέντρο
vanished
vanisher
vanishing
vanish



























