Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bleat
01
γκρινιάζω, παραπονιέμαι
to express dissatisfaction in a way that is annoying or repetitive
Intransitive: to bleat about sth
Παραδείγματα
Sarah couldn't help but bleat about the workload during the busy season at work.
Η Σάρα δεν μπορούσε παρά να γκρινιάζει για το φόρτο εργασίας κατά την απασχολημένη περίοδο στη δουλειά.
02
βελάζω, βελάζω (σαν πρόβατο)
to emit a characteristic, wavering cry, typically produced by sheep, goats, or calves
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bleat
γ΄ ενικό πρόσωπο
bleats
ενεστώτα μετοχή
bleating
απλός αόριστος
bleated
παθητική μετοχή
bleated
Παραδείγματα
As we walked through the pasture, we could hear the lambs bleating for their mothers.
Καθώς περπατούσαμε μέσα από τη βοσκότοπο, μπορούσαμε να ακούσουμε τα αρνιά να βελάζουν για τις μητέρες τους.
Bleat
01
βελασμός, βελασμός προβάτου
the characteristic cry or sound made by sheep, goats, or similar animals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bleats
Παραδείγματα
The lambs' bleat echoed across the field.
Το βελάρισμα των αρνιών αντηχούσε στο λιβάδι.



























