Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valued
01
αξιολογημένος, πολύτιμος
(usually used in combination) having value of a specified kind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most valued
συγκριτικός βαθμός
more valued
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His valued contributions were recognized at the meeting.
Οι πολύτιμες συνεισφορές του αναγνωρίστηκαν στη συνάντηση.
Λεξικό Δέντρο
devalued
undervalued
unvalued
valued
value



























