valued
Pronunciation
/ˈvæɫjud/

Ορισμός και σημασία του "valued"στα αγγλικά

01

αξιολογημένος, πολύτιμος

(usually used in combination) having value of a specified kind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most valued
συγκριτικός βαθμός
more valued
διαβαθμίσιμο
02

πολύτιμος, εκτιμώμενος

highly regarded or appreciated
Παραδείγματα
Their valued service ensured customer loyalty.
Η πολύτιμη υπηρεσία τους εξασφάλισε την αφοσίωση των πελατών.

Λεξικό Δέντρο

devalued
undervalued
unvalued
valued
value
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store