Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valued
01
αξιολογημένος, πολύτιμος
(usually used in combination) having value of a specified kind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most valued
συγκριτικός βαθμός
more valued
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their valued service ensured customer loyalty.
Η πολύτιμη υπηρεσία τους εξασφάλισε την αφοσίωση των πελατών.
Λεξικό Δέντρο
devalued
undervalued
unvalued
valued
value



























