valued
va
ˈvæ
lued
lju:d
lyood
valved

Ορισμός και σημασία του "valued"στα αγγλικά

01

αξιολογημένος, πολύτιμος

(usually used in combination) having value of a specified kind 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most valued
συγκριτικός βαθμός
more valued
διαβαθμίσιμο
02

πολύτιμος, εκτιμώμενος

highly regarded or appreciated 
Παραδείγματα
His valued contributions were recognized at the meeting. 

Οι πολύτιμες συνεισφορές του αναγνωρίστηκαν στη συνάντηση.

Λεξικό Δέντρο

devalued
undervalued
unvalued
valued
value
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store