vale
vale
veɪl
veil
valuevalsevalve

Ορισμός και σημασία του "vale"στα αγγλικά

01

κοιλάδα, βαλτώδης εκτάση

a low-lying piece of land between hills or mountains, often with a river flowing through it 
vale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vales
Παραδείγματα
The village is nestled in a quiet vale surrounded by hills. 

Το χωριό είναι τοποθετημένο σε μια ήσυχη κοιλάδα περιτριγυρισμένη από λόφους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store