vacillating
va
ˈvæ
βαι
ci
σι
lla
leɪ
λει
ting
tɪng
τινγκ

Ορισμός και σημασία του "vacillating"στα αγγλικά

vacillating
01

διστακτικός, αβέβαιος

uncertain in purpose or action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vacillating
συγκριτικός βαθμός
more vacillating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, decision, emotion

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vacillating
vacillate
vacill
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store