Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blazon
01
οικόσημο, έμβλημα
the official symbols of a family, state, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blazons
to blazon
01
διακοσμώ με εραλδικά σχέδια, εξοπλίζω με εραλδικά σύμβολα
to decorate with heraldic visual designs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blazon
γ΄ ενικό πρόσωπο
blazons
ενεστώτα μετοχή
blazoning
απλός αόριστος
blazoned
παθητική μετοχή
blazoned
Παραδείγματα
The knight’s shield was blazoned with a lion and a sword, symbols of courage and strength.
Η ασπίδα του ιππότη ήταν διακοσμημένη με ένα λιοντάρι και ένα σπαθί, σύμβολα θάρρους και δύναμης.
Λεξικό Δέντρο
blazonry
blazon
blaze



























