utterly
u
ˈə
α
tter
tɜr
τερρ
ly
li
λι
/ˈʌtəli/

Ορισμός και σημασία του "utterly"στα αγγλικά

01

εντελώς, ολοκληρωτικά

to the fullest degree or extent, used for emphasis
Παραδείγματα
The new policy was implemented to utterly eliminate inefficiencies in the process.
Η νέα πολιτική εφαρμόστηκε για να ολοκληρωτικά εξαλείψει τις αναποτελεσματικότητες στη διαδικασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store