Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
utopian
01
ουτοπικός, ιδεαλιστικός
referring to a vision of an ideal society, where everything is flawless or nearly perfect
Παραδείγματα
Their dream was to establish an isolated utopian commune free from the corruption of the outside world.
Το όνειρό τους ήταν να δημιουργήσουν μια απομονωμένη ουτοπική κοινότητα, ελεύθερη από τη διαφθορά του εξωτερικού κόσμου.
02
ουτοπικός, μη ρεαλιστικός
unrealistic or impossible to fully achieve in the real world
Παραδείγματα
The utopian plan to eliminate poverty ignored practical challenges.
Το ουτοπικό σχέδιο για την εξάλειψη της φτώχειας αγνόησε τις πρακτικές προκλήσεις.
Utopian
01
ουτοπιστής, ονειροπόλος
an idealistic (but usually impractical) social reformer



























