utile
Pronunciation
/jˈuːɾaɪl/

Ορισμός και σημασία του "utile"στα αγγλικά

01

χρήσιμος

useful or serving a practical purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most utile
συγκριτικός βαθμός
more utile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her advice was both concise and utile in solving the issue.
Η συμβουλή της ήταν τόσο σύντομη όσο και χρήσιμη για την επίλυση του προβλήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store