used to
used
ju:zd
yoozd
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "used to"στα αγγλικά

used to
01

συνήθιζα, είχα τη συνήθεια

used to say that something happened frequently or constantly in the past but not anymore 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
use
ενεστώτας
used to
γ΄ ενικό πρόσωπο
uses to
ενεστώτα μετοχή
using to
απλός αόριστος
used to
παθητική μετοχή
used to
Παραδείγματα
I used to play soccer every weekend when I was younger. 

Συνήθιζα να παίζω ποδόσφαιρο κάθε Σαββατοκύριακο όταν ήμουν νεότερος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store