Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
used to
01
συνήθιζα, είχα τη συνήθεια
used to say that something happened frequently or constantly in the past but not anymore
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
use
ενεστώτας
used to
γ΄ ενικό πρόσωπο
uses to
ενεστώτα μετοχή
using to
απλός αόριστος
used to
παθητική μετοχή
used to
Παραδείγματα
We used to go on family vacations to the beach every summer.
Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σε οικογενειακές διακοπές στην παραλία κάθε καλοκαίρι.



























