Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
used
01
μεταχειρισμένο, second hand
previously owned or utilized by someone else
Παραδείγματα
The used furniture in the thrift store was well-priced and in good condition.
Τα μεταχειρισμένα έπιπλα στο κατάστημα μεταχειρισμένων είχαν καλή τιμή και ήταν σε καλή κατάσταση.
02
εκμεταλλευόμενος, χρησιμοποιημένος
(of persons) taken advantage of
Λεξικό Δέντρο
disused
misused
underused
used
use



























