used
used
ju:zd
γουζντ
/juːzd/

Ορισμός και σημασία του "used"στα αγγλικά

01

μεταχειρισμένο, second hand

previously owned or utilized by someone else
used definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most used
συγκριτικός βαθμός
more used
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The used furniture in the thrift store was well-priced and in good condition.
Τα μεταχειρισμένα έπιπλα στο κατάστημα μεταχειρισμένων είχαν καλή τιμή και ήταν σε καλή κατάσταση.
02

εκμεταλλευόμενος, χρησιμοποιημένος

(of persons) taken advantage of
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store