used
used
ju:zd
yoozd

Ορισμός και σημασία του "used"στα αγγλικά

01

μεταχειρισμένο, second hand

previously owned or utilized by someone else 
used definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most used
συγκριτικός βαθμός
more used
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
condition, objects, commerce
Παραδείγματα
The used car had low mileage and was in excellent condition. 

Το μεταχειρισμένο αυτοκίνητο είχε χαμηλά χιλιόμετρα και ήταν σε άριστη κατάσταση.

02

εκμεταλλευόμενος, χρησιμοποιημένος

(of persons) taken advantage of 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disused
misused
underused
used
use
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store