Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to use up
[phrase form: use]
01
εξαντλώ, καταναλώνω πλήρως
to entirely consume a resource, leaving none remaining
Transitive: to use up a resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
use
ενεστώτας
use up
γ΄ ενικό πρόσωπο
uses up
ενεστώτα μετοχή
using up
απλός αόριστος
used up
παθητική μετοχή
used up
Παραδείγματα
The team used up their allocated budget for the project.
Η ομάδα εξάντλησε τον εκχωρημένο προϋπολογισμό για το έργο.
02
εξαντλώ, καταναλώνω
to require a certain amount of time or space
Transitive: to use up a period of time
Παραδείγματα
The meeting used up most of the available conference room time.
Η συνάντηση κατανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου χρόνου αίθουσας συνεδριάσεων.



























