Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to use up
01
εξαντλώ, καταναλώνω πλήρως
to entirely consume a resource, leaving none remaining
Transitive: to use up a resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
use
ενεστώτας
use up
γ΄ ενικό πρόσωπο
uses up
ενεστώτα μετοχή
using up
απλός αόριστος
used up
παθητική μετοχή
used up
Παραδείγματα
She used the milk up in the recipe, so we need to buy more.
Χρησιμοποίησε όλο το γάλα στη συνταγή, οπότε πρέπει να αγοράσουμε περισσότερο.
02
εξαντλώ, καταναλώνω
to require a certain amount of time or space
Transitive: to use up a period of time
Παραδείγματα
The long presentation used up the scheduled time for other speakers.
Η μεγάλη παρουσίαση κατανάλωσε τον προγραμματισμένο χρόνο για άλλους ομιλητές.



























