Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
urbanization
/ˌɝbənəˈzeɪʃən/, /ˌɝbənɪˈzeɪʃən/
urbanisation
Urbanization
01
αστικοποίηση, αστική ανάπτυξη
the process of people moving from rural areas to urban areas, resulting in the growth of cities and the expansion of urban areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The book discusses the history of urbanization.
Το βιβλίο συζητά την ιστορία της αστικοποίησης.
02
αστικοποίηση
the condition of being urbanized



























