Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Urbanization
01
αστικοποίηση, αστική ανάπτυξη
the process of people moving from rural areas to urban areas, resulting in the growth of cities and the expansion of urban areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Rapid urbanization has changed many small towns.
Η γρήγορη αστικοποίηση έχει αλλάξει πολλές μικρές πόλεις.
02
αστικοποίηση
the condition of being urbanized



























