urbane
ur
ɜ:
ē
bane
ˈbeɪn
bein
arcaneattainstraininsane

Ορισμός και σημασία του "urbane"στα αγγλικά

01

αστικός, ξεκαθαρισμένος

sophisticated, refined, and exudes confidence from extensive social experience 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most urbane
συγκριτικός βαθμός
more urbane
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The diplomat was known for his urbane manners, handling every situation with tact and poise. 

Ο διπλωμάτης ήταν γνωστός για τους κοσμικούς τρόπους του, χειριζόμενος κάθε κατάσταση με τακτ και ψυχραιμία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store