uranology
u
ˌjʊə
γουε
ra
ρα
no
ˈnɒ
νο
lo
λα
gy
ʤi
τζι

Ορισμός και σημασία του "uranology"στα αγγλικά

01

ουρανολογία, αστρονομία

the branch of physics that studies celestial bodies and the universe as a whole 
uranology definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uranologist
uranology
urano
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store