Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uplifting
01
ανυψωτικός, ενθαρρυντικός
making someone feel happier, more hopeful, or more positive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uplifting
συγκριτικός βαθμός
more uplifting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team 's uplifting attitude kept morale high during tough times.
Η ανυψωτική στάση της ομάδας διατήρησε το ηθικό ψηλά κατά τις δύσκολες στιγμές.
Uplifting
01
ανύψωση, άνοδος
the rise of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
uplifting
uplift
lift



























