uplifting
up
ˌʌp
ap
lif
ˈlɪf
lif
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "uplifting"στα αγγλικά

01

ανυψωτικός, ενθαρρυντικός

making someone feel happier, more hopeful, or more positive 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uplifting
συγκριτικός βαθμός
more uplifting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie had an uplifting message about friendship and perseverance. 

Η ταινία είχε ένα ανυψωτικό μήνυμα για τη φιλία και την επιμονή.

01

ανύψωση, άνοδος

the rise of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

uplifting
uplift
lift
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store