uplifted
up
ˈʌp
ap
lif
lɪf
lif
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "uplifted"στα αγγλικά

01

ανακουφισμένος με χειρισμούς της σπονδυλικής στήλης, χειρισμένος για την ανακούφιση του πόνου

a method of treatment that manipulates body structures (especially the spine) to relieve low back pain or even headache or high blood pressure 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

ανυψωμένος, ενθαρρυμένος

feeling encouraged, inspired, or emotionally elevated 
Παραδείγματα
She felt uplifted after her conversation with the supportive counselor. 

Αισθάνθηκε ενθαρρυμένη μετά τη συζήτησή της με τον υποστηρικτικό σύμβουλο.

03

υψωμένος, ανυψωμένος

physically raised to a higher position 
Παραδείγματα
The soldier saluted with an uplifted hand, showing respect to the flag. 

Ο στρατιώτης χαιρέτησε με ένα σηκωμένο χέρι, δείχνοντας σεβασμό στη σημαία.

Λεξικό Δέντρο

uplifted
lifted
lift
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store