Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uplifted
01
ανακουφισμένος με χειρισμούς της σπονδυλικής στήλης, χειρισμένος για την ανακούφιση του πόνου
a method of treatment that manipulates body structures (especially the spine) to relieve low back pain or even headache or high blood pressure
Παραδείγματα
The team's success was an uplifting experience for all involved.
Η επιτυχία της ομάδας ήταν μια ανυψωτική εμπειρία για όλους τους εμπλεκόμενους.
Παραδείγματα
The monument was designed with uplifted columns to signify strength and pride.
Το μνημείο σχεδιάστηκε με υψωμένες κολόνες για να σημαίνει δύναμη και περηφάνια.
Λεξικό Δέντρο
uplifted
lifted
lift



























