Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uplifted
01
ανακουφισμένος με χειρισμούς της σπονδυλικής στήλης, χειρισμένος για την ανακούφιση του πόνου
a method of treatment that manipulates body structures (especially the spine) to relieve low back pain or even headache or high blood pressure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt uplifted after her conversation with the supportive counselor.
Αισθάνθηκε ενθαρρυμένη μετά τη συζήτησή της με τον υποστηρικτικό σύμβουλο.
Παραδείγματα
The soldier saluted with an uplifted hand, showing respect to the flag.
Ο στρατιώτης χαιρέτησε με ένα σηκωμένο χέρι, δείχνοντας σεβασμό στη σημαία.
Λεξικό Δέντρο
uplifted
lifted
lift



























