Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uphold
01
υποστηρίζω, υπερασπίζομαι
to support or defend something that is believed to be right so it continues to last
Transitive: to uphold a value or principle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uphold
γ΄ ενικό πρόσωπο
upholds
ενεστώτα μετοχή
upholding
απλός αόριστος
upheld
παθητική μετοχή
upheld
Παραδείγματα
The community members uphold the tradition of holding a yearly charity event to support local causes.
Τα μέλη της κοινότητας διατηρούν την παράδοση της διοργάνωσης μιας ετήσιας φιλανθρωπικής εκδήλωσης για την υποστήριξη τοπικών σκοπών.
02
επιβεβαιώνω, διατηρώ
(particularly of a law court) to state that a previous decision is correct
Transitive: to uphold a decision
Παραδείγματα
The Supreme Court decided to uphold the lower court's ruling, affirming the original verdict.
Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε να επιβεβαιώσει την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου, επιβεβαιώνοντας την αρχική ετυμηγορία.
03
υπερασπίζομαι, υποστηρίζω
to defend or support something, especially when it is being challenged or opposed
Transitive: to uphold a right or stance
Παραδείγματα
The lawyer upheld her client’s innocence in court.
Ο δικηγόρος υπεράσπισε την αθωότητα του πελάτη του στο δικαστήριο.
Λεξικό Δέντρο
uphold
hold



























