Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uphold
01
υποστηρίζω, υπερασπίζομαι
to support or defend something that is believed to be right so it continues to last
Transitive: to uphold a value or principle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uphold
γ΄ ενικό πρόσωπο
upholds
ενεστώτα μετοχή
upholding
απλός αόριστος
upheld
παθητική μετοχή
upheld
Παραδείγματα
She is upholding the principles of fairness and justice in her decisions.
Αυτή υποστηρίζει τις αρχές της δικαιοσύνης και της ισότητας στις αποφάσεις της.
02
επιβεβαιώνω, διατηρώ
(particularly of a law court) to state that a previous decision is correct
Transitive: to uphold a decision
Παραδείγματα
The disciplinary panel upheld the suspension after reviewing all the evidence and testimonies.
Η πειθαρχική επιτροπή επιβεβαίωσε την αναστολή μετά από εξέταση όλων των αποδεικτικών στοιχείων και των καταθέσεων.
03
υπερασπίζομαι, υποστηρίζω
to defend or support something, especially when it is being challenged or opposed
Transitive: to uphold a right or stance
Παραδείγματα
The union upheld the workers' demands during the negotiations.
Η ένωση υποστήριξε τις απαιτήσεις των εργαζομένων κατά τις διαπραγματεύσεις.
Λεξικό Δέντρο
uphold
hold



























