Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Upheaval
01
ανάταση, ταραχή
a sudden and significant change or disruption, especially in relation to politics or social conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
upheavals
Παραδείγματα
Many migrants move to other countries to escape the upheaval in their homeland.
Πολλοί μετανάστες μετακινούνται σε άλλες χώρες για να ξεφύγουν από τις αναταράξεις στην πατρίδα τους.
02
ανάταση, διατάραξη
disturbance usually in protest
03
ύψωση, ανύψωση
(geology) a rise of land to a higher elevation (as in the process of mountain building)
04
ανάταση, ταραχή
a violent disturbance



























