untreated
un
ˌʌn
an
trea
ˈtri:
tri
ted
tɪd
tid
unheated

Ορισμός και σημασία του "untreated"στα αγγλικά

01

ακατέργαστος, που δεν έχει υποστεί χημική ή φυσική επεξεργασία

not subjected to chemical or physical treatment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untreated
συγκριτικός βαθμός
more untreated
διαβαθμίσιμο
02

αθεράπευτος, χωρίς θεραπεία

(of a condition or ailment) not addressed or managed with medical care or treatment 
Παραδείγματα
Jack's untreated toothache became more painful as the days went by. 

Ο αθεράπευτος πονόδοντος του Τζακ έγινε πιο επώδυνος με το πέρασμα των ημερών.

03

ακατέργαστος, αχρωμάτιστος

(of a specimen for study under a microscope) not treated with a reagent or dye 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store