Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsteady
01
ασταθής, τρεμουλιαστός
not stable, shaky, or likely to move or fall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
unsteadiest
συγκριτικός βαθμός
unsteadier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
stability, movement, safety
Παραδείγματα
The unsteady ladder made me nervous as I climbed.
Η ασταθής σκάλα με έκανε νευρικό καθώς ανέβαινα.
02
ασταθής, μεταβλητός
subject to change or variation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unsteady
steady
stead



























