Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsteady
01
ασταθής, τρεμουλιαστός
not stable, shaky, or likely to move or fall
Παραδείγματα
The stack of books was unsteady and about to topple over.
Η στοίβα των βιβλίων ήταν ασταθής και ήταν έτοιμη να ανατραπεί.
02
ασταθής, μεταβλητός
subject to change or variation
Λεξικό Δέντρο
unsteady
steady
stead



























