Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unspeakable
01
ανείπωτος, ανεκφραστος
impossible to be described or expressed in words
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unspeakable
συγκριτικός βαθμός
more unspeakable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The beauty of the sunset over the ocean was so breathtaking that it left me in a state of unspeakable awe.
Η ομορφιά του ηλιοβασιλέματος πάνω από τον ωκεανό ήταν τόσο εντυπωσιακή που με άφησε σε μια κατάσταση ανείπωτου δέους.
02
ανείπωτος, αποτύπωτος
extremely bad or shocking to the extent that one cannot talk about it
Παραδείγματα
The unspeakable tragedy of the terrorist attack shook the city to its core, leaving a lasting impact on the collective consciousness.
Η ανείπωτη τραγωδία της τρομοκρατικής επίθεσης σάλευε την πόλη μέχρι τα θεμέλιά της, αφήνοντας μια διαρκή επίδραση στη συλλογική συνείδηση.
03
ανείπωτος, ανεκφράσιμος
too sacred to be uttered



























