Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unspeakable
01
ανείπωτος, ανεκφραστος
impossible to be described or expressed in words
Παραδείγματα
In that moment, the quiet serenity of the forest enveloped her, leaving her with an unspeakable peace.
Εκείνη τη στιγμή, η ήρεμη γαλήνη του δάσους την τυλίγει, αφήνοντάς την με μια ανείπωτη ειρήνη.
02
ανείπωτος, αποτύπωτος
extremely bad or shocking to the extent that one cannot talk about it
Παραδείγματα
A veil of silence draped over the survivors, their eyes haunted by memories of the unspeakable horrors they had endured.
Ένα πέπλο σιωπής σκέπασε τους επιζώντες, τα μάτια τους στοιχειωμένα από τις αναμνήσεις των ανείπωτων φρικτών που είχαν υποστεί.
03
ανείπωτος, ανεκφράσιμος
too sacred to be uttered



























