Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unresponsive
01
αδιάφορος, αναισθητος
distant and uncaring toward other people
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unresponsive
συγκριτικός βαθμός
more unresponsive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His unresponsive attitude made it hard to tell if he even listened.
Η αδιάφορη του στάση έκανε δύσκολο να πει κανείς αν άκουγε καν.
02
αναίσθητος, χωρίς αντίδραση
lacking physical reaction due to illness, injury, or malfunction
Παραδείγματα
The patient remained unresponsive after the surgery.
Ο ασθενής παρέμεινε χωρίς αντίδραση μετά τη χειρουργική επέμβαση.
03
απρόθυμος, ανεπηρέαστος
not susceptible to suggestion or influence
Λεξικό Δέντρο
unresponsive
responsive
respond



























