Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrealized
01
μη πραγματοποιημένος, ημιτελής
of persons; marked by failure to realize full potentialities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unrealized
συγκριτικός βαθμός
more unrealized
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
potential, development, personality
02
μη πραγματοποιημένος, ανολοκλήρωτος
(of a goal, dream, process, etc.) not obtained, accomplished, or completed
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unrealized
realized
realize
real



























