Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unravel
01
ξετυλίγω, ξεμπλέκω
to undo or separate the threads or strands of something woven, knitted, or intertwined
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unravel
γ΄ ενικό πρόσωπο
unravels
ενεστώτα μετοχή
unraveling
απλός αόριστος
unraveled
παθητική μετοχή
unraveled
Παραδείγματα
She began to unravel the sweater to reuse the yarn.
Άρχισε να ξετυλίγει το πουλόβερ για να ξαναχρησιμοποιήσει το νήμα.
02
ξετυλίγομαι, καταρρέω
(of a scheme, system, organization, etc.) to begin to fail or fall apart
Παραδείγματα
The company's plans began to unravel after the key investor pulled out.
Τα σχέδια της εταιρείας άρχισαν να ξετυλίγονται αφού ο κύριος επενδυτής αποχώρησε.
03
ξετυλίγομαι, ξεμπλέκομαι
(of threads, ropes, or tangled objects) to come apart
Παραδείγματα
The scarf unraveled after catching on a nail.
Το κασκόλ ξετύλιξε αφού κόλλησε σε ένα καρφί.
04
ξεκαθαρίζω, εξηγώ
to make something clear or understandable
Παραδείγματα
The professor unraveled the theory for the students.
Ο καθηγητής ξετύλιξε τη θεωρία για τους μαθητές.
Λεξικό Δέντρο
unraveler
unraveller
unravel
ravel



























