Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unqualified
01
ανίκανος, μη καταρτισμένος
not competent or not having the right qualifications, knowledge, or experience to do something
02
απεριόριστος, απόλυτος
not limited or restricted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unqualified
συγκριτικός βαθμός
more unqualified
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
condition, evaluation, restriction
03
ανίκανος, μη καταλληλός
legally not qualified or sufficient
04
ανίκανος, μη καταλληλός
having no right or entitlement
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unqualifiedly
unqualified
qualified
qualify
qual



























