unmotivated
un
ʌn
αν
mo
ˈmoʊ
μου
ti
τα
va
ˌveɪ
βει
ted
təd
ταντ
/ʌnmˈə‍ʊtɪvˌe‍ɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "unmotivated"στα αγγλικά

unmotivated
01

αποκινητοποιημένος, χωρίς κίνητρο

lacking a sense of drive or inspiration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmotivated
συγκριτικός βαθμός
more unmotivated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite encouragement, the unmotivated artist struggled to find inspiration for new creations.
Παρά την ενθάρρυνση, ο αποθαρρυμένος καλλιτέχνης δυσκολευόταν να βρει έμπνευση για νέες δημιουργίες.

Λεξικό Δέντρο

unmotivated
motivated
motivate
motiv
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store