Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmotivated
01
αποκινητοποιημένος, χωρίς κίνητρο
lacking a sense of drive or inspiration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmotivated
συγκριτικός βαθμός
more unmotivated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, behavior, work
Παραδείγματα
The unmotivated employee struggled to complete tasks, showing little enthusiasm for work.
Ο αποκινητοποιημένος εργαζόμενος δυσκολεύτηκε να ολοκληρώσει τις εργασίες, δείχνοντας λίγο ενθουσιασμό για τη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unmotivated
motivated
motivate
motiv



























