Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmotivated
01
αποκινητοποιημένος, χωρίς κίνητρο
lacking a sense of drive or inspiration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmotivated
συγκριτικός βαθμός
more unmotivated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite encouragement, the unmotivated artist struggled to find inspiration for new creations.
Παρά την ενθάρρυνση, ο αποθαρρυμένος καλλιτέχνης δυσκολευόταν να βρει έμπνευση για νέες δημιουργίες.
Λεξικό Δέντρο
unmotivated
motivated
motivate
motiv



























