unmodified
Pronunciation
/ʌnmˈɑːdɪfˌaɪd/

Ορισμός και σημασία του "unmodified"στα αγγλικά

unmodified
01

αμετάβλητος, αλλοίωτος

not changed in form or character
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmodified
συγκριτικός βαθμός
more unmodified
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store