Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmeasured
01
αμέτρητος, απεριόριστος
lacking defined limits in extent, size, or quantity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmeasured
συγκριτικός βαθμός
more unmeasured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The enthusiasm of the volunteers was unmeasured, driving the success of the community event.
Ο ενθουσιασμός των εθελοντών ήταν αμέτρητος, οδηγώντας στην επιτυχία της κοινωνικής εκδήλωσης.
02
αμέτρητος, μη μετρικός
not composed of measured syllables; not metrical
Λεξικό Δέντρο
unmeasured
measured
measure



























