Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blacken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blacken
γ΄ ενικό πρόσωπο
blackens
ενεστώτα μετοχή
blackening
απλός αόριστος
blackened
παθητική μετοχή
blackened
Παραδείγματα
Cooking over an open flame can blacken the surface of the pot.
Το μαγείρεμα σε ανοιχτή φλόγα μπορεί να μαυρίσει την επιφάνεια της κατσαρόλας.
Λεξικό Δέντρο
blackened
blackening
blacken
black



























