unlearned
un
ʌn
an
lear
lɜ:
ned
nɪd
nid
unleadedunleavenedunearned

Ορισμός και σημασία του "unlearned"στα αγγλικά

01

αμαθής, ανίδεος

lacking knowledge or education in a particular field 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unlearned
συγκριτικός βαθμός
more unlearned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite his passion for history, the unlearned individual struggled to grasp the nuances of ancient civilizations. 

Παρά το πάθος του για την ιστορία, ο αμαθής άνθρωπος δυσκολευόταν να κατανοήσει τις αποχρώσεις των αρχαίων πολιτισμών.

02

μη μαθημένο, έμφυτο

not established by conditioning or learning 
03

κακομαθημένος, λίγο μαθημένος

not well learned 

Λεξικό Δέντρο

unlearned
learned
learn
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store