to unlace
un
ʌn
an
lace
ˈleɪs
leis
unlade

Ορισμός και σημασία του "unlace"στα αγγλικά

to unlace
01

ξεδένω, λυώνω

undo the ties of 
to unlace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unlace
γ΄ ενικό πρόσωπο
unlaces
ενεστώτα μετοχή
unlacing
απλός αόριστος
unlaced
παθητική μετοχή
unlaced
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store