Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unlace
01
ξεδένω, λυώνω
undo the ties of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unlace
γ΄ ενικό πρόσωπο
unlaces
ενεστώτα μετοχή
unlacing
απλός αόριστος
unlaced
παθητική μετοχή
unlaced
Λεξικό Δέντρο
unlace
lace



























