to unlace
Pronunciation
/ʌnlˈeɪs/

Ορισμός και σημασία του "unlace"στα αγγλικά

to unlace
01

ξεδένω, λυώνω

undo the ties of
to unlace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unlace
γ΄ ενικό πρόσωπο
unlaces
ενεστώτα μετοχή
unlacing
απλός αόριστος
unlaced
παθητική μετοχή
unlaced
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store