Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unjust
01
άδικος, άδικος
not fair or reasonable, lacking equality and fairness in treatment or decision-making
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unjust
συγκριτικός βαθμός
more unjust
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Discrimination based on race, gender, or religion is fundamentally unjust and should not be tolerated.
Η διάκριση με βάση τη φυλή, το φύλο ή τη θρησκεία είναι θεμελιωδώς άδικη και δεν πρέπει να ανεχθεί.
02
άδικος
violating principles of justice
03
άδικος, ανίσος
not equitable or fair
to unjust
01
επαναλαμβάνω, ξαναλέω
to say, state, or perform again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rejust
γ΄ ενικό πρόσωπο
rejusts
ενεστώτα μετοχή
rejusting
απλός αόριστος
rejusted
παθητική μετοχή
rejusted
Λεξικό Δέντρο
unjustly
unjust
just



























