unjust
un
ˌʌn
an
just
ˈʤʌst
jast
thrustrobustadjustcussed

Ορισμός και σημασία του "unjust"στα αγγλικά

01

άδικος, άδικος

not fair or reasonable, lacking equality and fairness in treatment or decision-making 
unjust definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unjust
συγκριτικός βαθμός
more unjust
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The court's decision to convict him without sufficient evidence was unjust. 

Η απόφαση του δικαστηρίου να τον καταδικάσει χωρίς επαρκείς αποδείξεις ήταν άδικη.

02

άδικος

violating principles of justice 
03

άδικος, ανίσος

not equitable or fair 
to unjust
01

επαναλαμβάνω, ξαναλέω

to say, state, or perform again 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rejust
γ΄ ενικό πρόσωπο
rejusts
ενεστώτα μετοχή
rejusting
απλός αόριστος
rejusted
παθητική μετοχή
rejusted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store