Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unit trust
01
εταιρεία επενδύσεων, μονάδα εμπιστοσύνης
an investing company that facilitates investment in various businesses and provides profits paid directly to each unit owner
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unit trusts



























