unifying
u
ˈju
γου
ni
να
fying
ˌfaɪɪng
φαιινγκ
/jˈuːnɪfˌa‍ɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unifying"στα αγγλικά

01

ενοποιητικός, ενωτικός

bringing together different elements to promote cooperation or harmony
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unifying
συγκριτικός βαθμός
more unifying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unifying theme of love and acceptance resonated with audiences worldwide.
Το ενωτικό θέμα της αγάπης και της αποδοχής βρήκε απήχηση σε κοινό παγκοσμίως.
02

ενοποιητικός, ενωτικός

combining into a single unit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store