unhinged
un
ən
αν
hinged
ˈhɪnʤd
χιντζντ
/ʌnhˈɪnd‍ʒd/

Ορισμός και σημασία του "unhinged"στα αγγλικά

01

ανισόρροπος, τρελός

mentally unstable and unpredictable in behavior or reactions
unhinged definition and meaning
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unhinged
συγκριτικός βαθμός
more unhinged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His unhinged behavior freaked everyone out.
Η ασταθής συμπεριφορά του τρόμαξε όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store