unhinged
un
ʌn
αν
hinged
ˈhɪnʤd
χιντζντ
fringed

Ορισμός και σημασία του "unhinged"στα αγγλικά

01

ανισόρροπος, τρελός

mentally unstable and unpredictable in behavior or reactions 
unhinged definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unhinged
συγκριτικός βαθμός
more unhinged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mental_state, behavior, psychology
Παραδείγματα
He sent thirty texts in five minutescompletely unhinged. 

Έστειλε τριάντα μηνύματα σε πέντε λεπτά—εντελώςασταθής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unhinged
unhinge
hinge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store