Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unhappiness
01
δυστυχία, θλίψη
the state or condition of not being happy, characterized by feelings of dissatisfaction, discontent, or sorrow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
unhappinesses
Παραδείγματα
Her unhappiness was evident despite her attempts to smile.
Η δυσαρέσκειά της ήταν εμφανής παρά τις προσπάθειές της να χαμογελάσει.
02
δυστυχία, θλίψη
state characterized by emotions ranging from mild discontentment to deep grief
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unhappiness
happiness
happy



























