Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungrateful
01
αγνώμων, αχάριστος
not appreciating or acknowledging kindness, often taking things for granted
Παραδείγματα
The ungrateful guest left without a word of thanks after the lavish dinner.
Ο αχάριστος καλεσμένος έφυγε χωρίς μια λέξη ευχαριστίας μετά το πλούσιο δείπνο.
02
αχάριστος, δυσάρεστος
disagreeable
Λεξικό Δέντρο
ungrateful
grateful



























