Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfulfilled
01
απραγματοποίητος, μη εκπληρωμένος
not achieving one's full potential or desired goals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfulfilled
συγκριτικός βαθμός
more unfulfilled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite his academic achievements, he felt unfulfilled and yearned for deeper meaning in his life.
Παρά τις ακαδημαϊκές του επιτυχίες, ένιωθε απραγματοποίητος και ποθούσε μια βαθύτερη σημασία στη ζωή του.
02
απραγματοποίητος, αποτυχημένος
indicating a goal, wish, etc. that has not been accomplished, carried out, or come true
Λεξικό Δέντρο
unfulfilled
fulfilled
fulfill



























